Η αναμόρφωση του πειθαρχικού δικαίου για τους δημόσιους υπαλλήλους δημιουργεί ένα νέο πλαίσιο στον δημόσιο τομέα μετά την ψήφιση του σχετικού νομοσχεδίου από τη Βουλή.
Με την εφαρμογή του νέου νομικού πλαισίου, επεκτείνονται τα πειθαρχικά παραπτώματα και οι ποινές, με κύρια πρόβλεψη την οριστική παύση για όσους αρνούνται να συμμετάσχουν στην αξιολόγηση. Οι αλλαγές περιλαμβάνουν την κατάργηση των συλλογικών πειθαρχικών οργάνων και την αντικατάστασή τους από νέο σώμα που θα εξετάζει τις πειθαρχικές παραβάσεις χωρίς εκπροσώπους των εργαζομένων.
Η άρνηση συμμετοχής στην αξιολόγηση θεωρείται πειθαρχικό παράπτωμα και τιμωρείται με πρόστιμο ίσο με δύο μήνες αποδοχών. Εάν ο υπάλληλος αποφύγει την αξιολόγηση για δύο συνεχόμενες χρονιές, θα αντιμετωπίσει την ποινή της οριστικής παύσης.
Επιπλέον, προβλέπεται ότι η άσκηση ποινικής δίωξης για κακούργημα επιφέρει αυτοδίκαιη αργία, κάτι που προηγουμένως ίσχυε μόνο για συγκεκριμένα εγκλήματα. Η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας του υπαλλήλου για όσο διάστημα διαρκεί, επίσης οδηγεί σε αυτοδίκαιη αργία.
Οι υπάλληλοι που απολύθηκαν λόγω οριστικής παύσης ή καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους με υπαιτιότητα, θα μπορούν να διοριστούν ξανά μετά από 10 χρόνια, αντί για 5 που ίσχυε προηγουμένως.
Η ποινή της οριστικής παύσης θα εφαρμόζεται και σε υπαλλήλους που απώλεσαν την υπαλληλική τους ιδιότητα και υπέστησαν πειθαρχική ποινή. Επίσης, εισάγονται νέες πειθαρχικές ποινές για συγκεκριμένα παραπτώματα, όπως η στέρηση μισθολογικών κλιμακίων και η απαγόρευση άσκησης καθηκόντων προϊσταμένου.
Κάποιες διοικητικές κυρώσεις θα κυμαίνονται από 3.000 έως 100.000 ευρώ, ανάλογα με την περίπτωση.
Μία καινοτομία είναι η «πειθαρχική συνδιαλλαγή», η οποία επιτρέπει στους υπαλλήλους να ζητούν ευνοϊκότερη ποινή υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Οι νέες ρυθμίσεις του πειθαρχικού δικαίου, που προτάθηκαν από τον υπουργό Εσωτερικών Θοδωρή Λιβάνιο, αφορούν στους υπαλλήλους του Δημοσίου και θα ισχύσουν από το νέο έτος, επηρεάζοντας τις πειθαρχικές υποθέσεις που θα εξεταστούν μετά την 1η Ιανουαρίου 2026.