Στις 11 Δεκεμβρίου 2026 θα διεξαχθεί η δευτεροβάθμια δίκη για τους τέσσερις επιχειρηματίες που καταδικάστηκαν πρωτοδίκως για τις τηλεφωνικές υποκλοπές. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο της Αθήνας θα κρίνει εκ νέου τους κατηγορουμένους που άσκησαν έφεση κατά της ιστορικής απόφασης του Φεβρουαρίου.
Η πρωτόδικη καταδίκη και τα βασικά στοιχεία
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών καταδίκασε τον περασμένο Φεβρουάριο τους τέσσερις εκπροσώπους των εταιρειών Intellexa και Krikel για την υποκλοπή του τηλεφώνου του δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη και της Αμερικανίδας Άρτεμις Σίφορντ. Επίσης, για παρακολούθηση τριών ακόμη ατόμων και 82 απόπειρες παρακολούθησης.
Κάθε κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε φυλάκιση 126 ετών με εκτιτέα ποινή 8 χρόνια, λόγω του πλημμεληματικού χαρακτήρα των πράξεων. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται ότι έχουν οποιαδήποτε σχέση με την υπόθεση των υποκλοπών.
Στη δίκη προήδρευσε ο Νίκος Ασκιανάκης και εισαγγελέας ήταν ο Δημήτριος Παυλίδης. Η απόφαση εκδόθηκε χωρίς την αναγνώριση κανενός ελαφρυντικού παράγοντα.
Η χρήση του λογισμικού Predator
Η υπόθεση αφορά την εμπορία του παράνομου λογισμικού παρακολούθησης Predator. Οι τέσσερις κατηγορούμενοι εκπρόσωποι των δύο εταιρειών ήταν υπεύθυνοι για την διάδοση και χρήση του λογισμικού σε βάρος συγκεκριμένων προσώπων.
Νέες έρευνες και σκέλη της υπόθεσης
Δέκα μήνες μετά την πρωτόδικη καταδίκη, ανοίχτηκε η βεντάλια νέων ερευνών στον Άρειο Πάγο. Η δευτεροβάθμια δίκη θα διεξαχθεί με βάση τα νέα στοιχεία που προέκυψαν κατά τη διάρκεια της πολύμηνης διαδικασίας.
Μεταξύ των νέων σκελών εμφανίζονται αδικήματα κατασκοπείας και ψευδομαρτυρίας. Επιπλέον, ο Άρειος Πάγος ερευνά τη συμμετοχή εννέα φερόμενων ως συνεργών των τεσσάρων επιχειρηματιών στα αδικήματα για τα οποία έχουν καταδικαστεί πρωτοδίκως.
Όπως έχει επισημανθεί από την πλευρά της κατηγορίας, οι έρευνες πρέπει να ολοκληρωθούν το συντομότερο δυνατό. Κάθε μέρα που περνά, μία πράξη διακινδυνεύει να πέσει στην «τρύπα» της παραγραφής και να μην είναι πλέον δύσκολη η διώξιμότητά της.
Η σημασία της δίκης για τη δικαιοσύνη
Η υπόθεση συνδέεται άμεσα με τη λειτουργία του κράτους δικαίου και τους δημοκρατικούς θεσμούς. Η ελληνική δικαιοσύνη οφείλει να ολοκληρώσει το έργο της πριν οι ερευνώμενες πράξεις καλυφθούν με το «πέπλο» της παραγραφής.
Εάν η ποινή των 8 ετών φυλάκισης επικυρωθεί από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, θα πρέπει να εκτιθεί από όσους κριθούν ένοχοι και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Η απόφαση του πρωτοδικείου δεν συμπεριέλαβε ελαφρυντικά, γεγονός που καταδεικνύει την αρνητική κρίση του δικαστηρίου για τις πράξεις των κατηγορουμένων.
Η δευτεροβάθμια δίκη θα διεξαχθεί υπό το πρίσμα των νέων αποκαλύψεων και με τη δυνατότητα εξέτασης νέων προσώπων και αδικημάτων που ήρθαν στο φως κατά τη διάρκεια της πρωτόδικης διαδικασίας.



